σφηνάκι
ουσιαστικό1. Μικρό ποτήρι ή ποσότητα δυνατού αλκοολούχου ποτού που καταναλώνεται μονορούφι.
2. Μικρή σφήνα ή κομμάτι υλικού που εισάγεται για να στερεώσει, να στηρίξει ή να εμποδίσει την κίνηση αντικειμένων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Παραγγείλαμε ένα σφηνάκι βότκα στο μπαρ.
- Πήρα ένα σφηνάκι για να αποκτήσω θάρρος πριν ανέβω στη σκηνή.
- Το παιδί έβαλε ένα σφηνάκι ξύλινο κάτω από το πόδι του τραπεζιού για να μην κουνιέται.
- Έβαλα ένα σφηνάκι ανάμεσα στις πόρτες για να μην κλείνει.
- Ο φίλος μου μου πρόσφερε ένα σφηνάκι να το πιούμε στην υγειά μας.