σφάλλω

ρήμα

1. Διεξάγω ή εκφέρω κρίση, συμπέρασμα ή ενέργεια που αποκλίνει από την πραγματική κατάσταση ή από την ορθή σκέψη, με αποτέλεσμα την εσφαλμένη έκβαση.

2. Καθιστώ κάποιον ή κάτι να αποκλίνει από την ορθή πορεία ή κρίση, οδηγώντας σε πλάνη ή αποτυχία.

Συνώνυμα

πλανάμαι πλανάω λανθάνω αμαρτάνω μπερδεύομαι φταίω παρερμηνεύω παρερμηνεύομαι ξεγελιέμαι στραβοπατάω αποτυγχάνω

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Αν σφάλλω, ζητώ συγγνώμη και διορθώνω το λάθος μου.
  • Δεν θέλω να σφάλλω στην εκτίμησή μου για την κατάσταση.
  • Ο μαθητής παραδέχτηκε ότι σφάλει στην άσκηση.
  • Συχνά σφάλλουμε όταν βγάζουμε βιαστικά συμπεράσματα.
  • Καλό είναι να ελέγχεις τα στοιχεία, για να μη σφάλλεις.