συστατικό
ουσιαστικό1. Στοιχείο ή μέρος που αποτελεί τμήμα ενός συνόλου, μίγματος ή συστήματος και συμβάλλει στη σύνθεση, τη δομή ή τη λειτουργία του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το συστατικό που λείπει από τη συνταγή είναι το βούτυρο.
- Αυτό το συστατικό στη σύνθεση προκαλεί τη χημική αντίδραση.
- Κάθε συστατικό του συστήματος πρέπει να δοκιμαστεί ξεχωριστά.
- Το κύριο συστατικό του φαρμάκου έχει ισχυρή αντιφλεγμονώδη δράση.
- Η εκπαίδευση είναι ένα σημαντικό συστατικό της κοινωνικής προόδου.