συνεταιρισμός
ουσιαστικό1. Ένωση προσώπων που συνεργάζονται οικονομικά ή κοινωνικά για την κάλυψη κοινών αναγκών ή την προώθηση κοινού σκοπού μέσω συλλογικής δράσης και αμοιβαίου οφέλους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι αγρότες ίδρυσαν έναν συνεταιρισμό για να πουλούν από κοινού την παραγωγή τους.
- Ο νέος συνεταιρισμός των εργαζομένων διαχειρίζεται την επιχείρηση δημοκρατικά και χωρίς ιεραρχίες.
- Έγινα μέλος ενός τοπικού συνεταιρισμού που δίνει μικρά δάνεια στην κοινότητα.
- Ο συνεταιρισμός αποφάσισε να ανακαινίσει την είσοδο του κτιρίου και να κατανείμει το κόστος ανά μέλος.
- Σε πολλές περιοχές, οι συνεταιρισμοί συμβάλλουν στην οικονομική ανάπτυξη και στην κοινωνική συνοχή.