συνειδητός
επίθετο1. Που έχει επίγνωση και αντίληψη του τι συμβαίνει γύρω του και μέσα του, με ικανότητα σκέψης και προσοχής στη διάνοια.
2. Που ενεργεί με γνώση και πρόθεση, λαμβάνοντας υπόψη τις συνέπειες των πράξεών του.
Συνώνυμα
ηθελημένος εκούσιος σκόπιμος προμελετημένος νοήμων ενσυνείδητος συνειδητοποιημένος ενήμερος ώριμος προσεκτικός αφυπνισμένος επιμελής επιτηδευμένος ξύπνιος αντιληπτός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ασθενής είναι συνειδητός μετά το χειρουργείο.
- Η επιλογή ήταν συνειδητή και δεν έγινε βιαστικά.
- Ως συνειδητοί πολίτες συμμετέχουν στην ανακύκλωση και τη δωρεά αίματος.
- Πρέπει να παίρνουμε συνειδητές αποφάσεις για την υγεία μας.
- Δρούσε πάντα συνειδητά, αποφεύγοντας επιπόλαιες κινήσεις.