συναφής
επίθετο1. Που έχει σχέση ή σύνδεση με κάτι άλλο, παρουσιάζοντας κοινά στοιχεία, θέμα ή σκοπό.
2. Που ταιριάζει ή ανταποκρίνεται στο πλαίσιο, στις απαιτήσεις ή στον σκοπό μιας κατάστασης, καθιστώντας την πληροφορία ή την ενέργεια χρήσιμη και εφαρμόσιμη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το άρθρο είναι συναφές με το θέμα της υγείας.
- Οι προτάσεις πρέπει να αφορούν μόνο συναφείς τομείς της έρευνας.
- Έχουμε βρει έναν συναφή συνεργάτη για το έργο.
- Η συναφής εμπειρία της υποψηφίας την έκανε κατάλληλη για τη θέση.
- Σας στέλνω τα συναφή έγγραφα που ζητήσατε.