συμμάζεμα

ουσιαστικό

Η διαδικασία κατά την οποία τα πράγματα τακτοποιούνται, μαζεύονται ή μπαίνουν σε τάξη, ώστε να μειωθεί η ακαταστασία.

Συνώνυμα

τακτοποίηση νοικοκύρεμα μάζεμα καθάρισμα συγύρισμα συνομάζωμα στρώσιμο φτιάξιμο διευθέτηση

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Χρειάζεται ένα συμμάζεμα το σαλόνι πριν έρθουν οι καλεσμένοι.
  • Μετά τη μετακόμιση, το σπίτι θέλει αρκετό συμμάζεμα.
  • Ένα καλό συμμάζεμα στα χαρτιά του γραφείου θα μας γλιτώσει χρόνο.
  • Με λίγο συμμάζεμα στην αυλή, ο χώρος θα δείχνει πολύ καλύτερος.
  • Η κατάσταση στο αρχείο έγινε καλύτερη μετά το συμμάζεμα.