συγκρίνω
ρήμα1. Εξετάζω δύο ή περισσότερα πρόσωπα, πράγματα, ιδέες ή καταστάσεις για να διαπιστώσω ομοιότητες και διαφορές μεταξύ τους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Θα συγκρίνω τους δύο υπολογιστές πριν αποφασίσω ποιον θα αγοράσω.
- Αν συγκρίνεις αυτά τα δύο σχέδια, θα δεις ότι το δεύτερο είναι πιο απλό.
- Ο δάσκαλος μας ζήτησε να συγκρίνουμε τις απαντήσεις μας με το βιβλίο.
- Δεν μπορείς να συγκρίνεις μια μικρή πόλη με μια μεγάλη πρωτεύουσα.
- Προσπάθησε να συγκρίνει την τωρινή του δουλειά με την προηγούμενη.
- Είναι δύσκολο να συγκριθούν δύο διαφορετικές εμπειρίες που έχει ζήσει κάποιος.