στοχεύω
ρήμα1. Κατευθύνω το βλέμμα, τη σκέψη, την προσπάθεια ή μια ενέργειά μου προς έναν συγκεκριμένο στόχο ή αποτέλεσμα.
2. Σκοπεύω κάτι με ακρίβεια, ώστε να πετύχω συγκεκριμένο σημείο ή σκοπό.
Συνώνυμα
σκοπεύω στοχάζομαι επιδιώκω αποβλέπω φιλοδοξώ στρέφω εστιάζω προσανατολίζω προτίθεμαι κατευθύνω στοχοποιώ διώκω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Προσπαθώ να στοχεύω σε καθαρούς και ρεαλιστικούς στόχους.
- Ο κυνηγός στοχεύει προσεκτικά το θήραμά του.
- Η εταιρεία στοχεύει σε νεότερο κοινό με τη νέα καμπάνια της.
- Με κάθε ενέργειά του στοχεύει να βελτιώσει την απόδοσή του.
- Το πρόγραμμα στοχεύει στην υποστήριξη των ευάλωτων οικογενειών.