στηρίζομαι
ρήμα1. Τοποθετώ ή ακουμπώ το σώμα ή μέρος αυτού πάνω σε κάτι για να βρω ισορροπία, στήριξη ή ανακούφιση.
2. Αναζητώ ή λαμβάνω υποστήριξη, βοήθεια ή προστασία από πρόσωπο, ομάδα ή θεσμό όταν χρειάζομαι βοήθεια.
Συνώνυμα
βασίζομαι εξαρτώμαι ερείδομαι ενισχύομαι ακουμπώ γέρνω εμπιστεύομαι ανατρέχω καταφεύγω προσβλέπω υπολογίζω ακουμπάω κρέμομαι πατάω ποντάρω κολλάω προσκολλάμαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν ανεβαίνω τα σκαλιά, στηρίζομαι στο κάγκελο.
- Σε δύσκολες στιγμές, στηρίζομαι στην οικογένειά μου.
- Στην ερμηνεία μου, στηρίζομαι σε αξιόπιστα δεδομένα.
- Στη δουλειά μου ως δημοσιογράφος, στηρίζομαι στην αντικειμενικότητα.
- Στην καθημερινή μου οργάνωση, στηρίζομαι σε μια λίστα εργασιών.