σκοπιά
ουσιαστικό1. Θέση ή σημείο από το οποίο διεξάγεται παρακολούθηση ή φύλαξη, όπως φυλάκιο, παρατηρητήριο ή σταθμός όπου στέκεται φρουρός για επιτήρηση.
2. Η υπηρεσία ή βάρδια κατά την οποία κάποιος φυλάσσει και παρακολουθεί από τέτοια θέση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο στρατιώτης έκανε σκοπιά στην πύλη όλη τη νύχτα.
- Η σκοπιά πάνω στο λόφο ήταν καλά κρυμμένη.
- Από αυτή τη σκοπιά βλέπω τα πράγματα διαφορετικά.
- Έβαλε σκοπιά έξω από το σπίτι της για να δει ποιος ερχόταν.
- Η σκοπιά του τελείωσε στις έξι το πρωί.