σκανδάλη

ουσιαστικό

1. Εξάρτημα του μηχανισμού πυροδότησης όπλου που, όταν πατηθεί ή τεθεί σε λειτουργία, επιτρέπει την απελευθέρωση της σφύρας ή του κτυπητήρα και προκαλεί την εκτόξευση του πυρομαχικού.

Συνώνυμα

αφορμή έναυσμα ερέθισμα αιτία πυροδότης πυροκροτητής μοχλός ενεργοποιητής αίτιο κουμπί μπουτόν διακόπτης κλείστρο κίνητρο μηχανισμός πυροδότηση

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο κυνηγός τράβηξε τη σκανδάλη και το όπλο εκπυρσοκρότησε.
  • Ο φωτογράφος πάτησε τη σκανδάλη και απαθανάτισε τη στιγμή.
  • Η είδηση λειτούργησε ως σκανδάλη για μαζικές διαδηλώσεις.
  • Το παλιό παιχνίδι έχει μικρή σκανδάλη που ενεργοποιεί τα φώτα.
  • Η ατυχής κουβέντα στάθηκε σκανδάλη για την έντονη διαφωνία.