σβησμένος
επίθετο1. Που έχει πάψει να φαίνεται, να ακούγεται ή να λειτουργεί, επειδή έχει μειωθεί, σταματήσει ή χαθεί η έντασή του.
2. Που έχει αφαιρεθεί ή σβηστεί από μια επιφάνεια, εικόνα, κείμενο ή μνήμη.
Συνώνυμα
σβηστός απαλειμμένος διαγραμμένος κατάκοπος ακυρωμένος ανενεργός εκτός κουρασμένος τελειωμένος χλωμός αναιμικός αποδυναμωμένος αποκαμωμένος εξασθενημένος ληθαργικός ξεθεωμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο φακός είναι σβησμένος και δεν βλέπουμε τίποτα.
- Άφησε το κερί σβησμένο όλη τη νύχτα.
- Η φωτιά είχε ήδη γίνει σβησμένη όταν φτάσαμε.
- Μετά από τόση κούραση, το πρόσωπό του έδειχνε σβησμένο.
- Το κινητό μου είναι σβησμένο και δεν δέχεται κλήσεις.