σακάκι
ουσιαστικό1. Ένδυμα για το πάνω μέρος του σώματος, συνήθως με γιακά και κλείσιμο μπροστά (κουμπιά ή φερμουάρ), που φοριέται πάνω από πουκάμισο ή μπλούζα και συχνά αποτελεί μέρος κοστουμιού ή επίσημης ενδυμασίας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Φόρεσε το σακάκι για τη συνέντευξη.
- Έβαλε ένα χοντρό σακάκι γιατί έκανε πολύ κρύο.
- Το σακάκι του παιδιού κρέμεται στην κρεμάστρα.
- Το μαύρο σακάκι ολοκλήρωσε την επίσημη εμφάνισή της.
- Το σακάκι ήταν γεμάτο λεκέδες μετά το γεύμα.