τζάκετ

ουσιαστικό

1. Ένδυμα με μανίκια που καλύπτει τον κορμό, συνήθως ανοίγει μπροστά και κλείνει με φερμουάρ, κουμπιά ή άλλο μηχανισμό, φοριέται πάνω από άλλα ρούχα για ζεστασιά ή προστασία από καιρικές συνθήκες.

Συνώνυμα

μπουφάν σακάκι παλτό ζακέτα ανόρακ παρκά πανωφόρι αντιανεμικό καμπαρντίνα μαντό γιλέκο μπουφανάκι

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έβαλε το τζάκετ του πριν βγει έξω γιατί έκανε κρύο.
  • Το μαύρο τζάκετ ταιριάζει με όλα τα παντελόνια.
  • Το τζάκετ του βιβλίου είχε όμορφο σχέδιο στη συλλογή του εκδοτικού οίκου.
  • Το ηλεκτρικό καλώδιο έχει κατεστραμμένο τζάκετ, πρέπει να το αντικαταστήσουμε πριν προκύψει βραχυκύκλωμα.
  • Ο οδηγός φορούσε θωρακισμένο τζάκετ στο ταξίδι του με τη μοτοσικλέτα.