μπικίνι
ουσιαστικό1. Μικρό μαγιό αποτελούμενο από δύο διακριτά κομμάτια — πάνω μέρος που καλύπτει το στήθος και κάτω μέρος που καλύπτει την περιοχή των γοφών — που αφήνει ακάλυπτο τον κορμό και την κοιλιακή περιοχή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Φόρεσε ένα μπικίνι στην παραλία.
- Στο μαγαζί υπήρχαν πολλά μπικίνι σε διάφορα χρώματα.
- Κλείσαμε ραντεβού για μπικίνι αποτρίχωση πριν τις διακοπές.
- Το μπικίνι της ήταν πολύ μικρό.
- Η μπικίνι γραμμή χρειάζεται προσοχή όταν φοράς στενά ρούχα.