παπούτσι
ουσιαστικό1. Αντικείμενο ένδυσης που φοριέται στο πόδι για προστασία, στήριξη και άνεση, αποτελούμενο συνήθως από σόλα και επάνω μέρος που συγκρατεί το πέλμα.
Συνώνυμα
υπόδημα παπουτσάκι πέδιλο σανδάλι σαγιονάρα παντόφλα μποτάκι μπότα γόβα μπαλαρίνα μοκασίνι σκαρπίνι οξφόρδα τσόκαρο τσαρούχι αθλητικό λόφερ ένδυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το παπούτσι μου είναι βρεγμένο από τη βροχή.
- Έχασε ένα παπούτσι στον δρόμο και γύρισε να το ψάξει.
- Το παπούτσι στενεύει και πρέπει να το αλλάξω.
- Έβαλα γυαλιστικό στο παπούτσι πριν βγω.
- Το παπούτσι που αγόρασε είναι νούμερο 41 και του κάνει άνετα.