πανωφόρι
ουσιαστικόΈνδυμα που φοριέται πάνω από τα υπόλοιπα ρούχα για να καλύψει και να προστατεύσει το σώμα (συνήθως κορμό και μανίκια) από το κρύο, τη βροχή ή για αισθητικούς λόγους, με μορφή όπως παλτό, μπουφάν ή κάπα και με διάφορους τρόπους κλεισίματος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το πανωφόρι είναι κρεμασμένο στην κρεμάστρα.
- Έβαλε το πανωφόρι του πριν βγει έξω.
- Το πανωφόρι του χειμώνα είναι πολύ ζεστό.
- Χρειάζομαι ένα πανωφόρι για τη βροχή.
- Η ευγένεια του ήταν ένα πανωφόρι που κάλυπτε την αλαζονεία.