ρύπανση

ουσιαστικό

Εισαγωγή ή παρουσία στο φυσικό ή ανθρωπογενές περιβάλλον ουσιών, μορφών ενέργειας ή στοιχείων σε ποσότητες ή ποιότητες που αλλοιώνουν τη φυσική ισορροπία και προκαλούν βλάβες στην υγεία των οργανισμών, στα οικοσυστήματα ή στους φυσικούς πόρους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ρύπανση του αέρα προκαλεί σοβαρά προβλήματα υγείας.
  • Πρέπει να μειώσουμε τη ρύπανση των ποταμών από τα απόβλητα.
  • Η ρύπανση του εδάφους έχει επηρεάσει την καλλιέργεια και την ποιότητα των τροφίμων.
  • Η ρύπανση από θόρυβο προκαλεί αυξημένο άγχος στους κατοίκους της πόλης.
  • Η ρύπανση των μέσων ενημέρωσης με ψευδείς ειδήσεις υπονομεύει την εμπιστοσύνη του κοινού.