ραγίζω
ρήμα1. Προκαλώ σχηματισμό ρωγμής ή σπασίματος στην επιφάνεια ή στη δομή ενός στερεού αντικειμένου (π.χ. γυαλί, κεραμικό, τοίχος).
2. Υποβάλλομαι σε σχηματισμό ρωγμής ή σχισμής, χάνω την ενότητα της επιφάνειας ή της δομής μου (π.χ. «το τζάμι ράγισε»).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Προσπαθώ να μην ραγίζω τα πιάτα όταν τα πλένω.
- Με το κρύο, το τζάμι του παραθύρου ραγίζει.
- Κάθε φορά που θυμάται το παλιό τους σπίτι, η καρδιά της ραγίζει.
- Η εμπιστοσύνη ανάμεσά τους ραγίζει μετά το ψέμα.
- Ο γιατρός είπε ότι το κόκκαλο μπορεί να ραγίσει χωρίς να σπάσει εντελώς.