ρήτρα
ουσιαστικό1. Όρος ή διάταξη ενσωματωμένη σε συμβόλαιο ή συμφωνία που καθορίζει δικαιώματα, υποχρεώσεις ή προϋποθέσεις μεταξύ των μερών.
2. Διάταξη σε οικονομικό ή ασφαλιστικό πλαίσιο που προβλέπει προσαρμογή ή εφαρμογή όρων υπό ορισμένες συνθήκες.
Συνώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο συμβόλαιο υπάρχει μια ρήτρα που ορίζει τις υποχρεώσεις των μερών.
- Το ασφαλιστήριο περιλαμβάνει μια ρήτρα που καλύπτει ζημιές από φυσικές καταστροφές.
- Σε περίπτωση πανδημίας ενεργοποιείται η ρήτρα ανωτέρας βίας.
- Το δάνειο προβλέπει ρήτρα αναπροσαρμογής του επιτοκίου ανάλογα με τον δείκτη.
- Η σύμβαση προβλέπει ρήτρα αποζημίωσης σε περίπτωση καθυστέρησης.