πρόσθεση
ουσιαστικό1. Μαθηματική πράξη που συνενώνει δύο ή περισσότερους αριθμούς ή ποσότητες για τον υπολογισμό του αθροίσματος.
2. Ενέργεια ή αποτέλεσμα της προσθήκης ενός στοιχείου ή ποσότητας σε ένα σύνολο, με σκοπό την αύξηση ή συμπλήρωση αυτού.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η πρόσθεση των αριθμών 3 και 5 δίνει 8.
- Η πρόσθεση επιπλέον μπαχαρικών βελτίωσε τη σάλτσα.
- Η πρόσθεση δοντιού αποκατέστησε την ικανότητα μάσησης.
- Η πρόσθεση ποδιού βελτίωσε την κινητικότητά του μετά το ατύχημα.
- Στη γραμματική, η πρόσθεση προθέματος αλλάζει το νόημα της λέξης.