προκατάληψη
ουσιαστικόΠροηγούμενη, αδικαιολόγητη ή ανεπαρκώς αιτιολογημένη στάση, κρίση ή τάση απέναντι σε πρόσωπο, ομάδα, ιδέα ή ζήτημα, που επηρεάζει την αντίληψη, την αξιολόγηση και τη συμπεριφορά.
Συνώνυμα
μεροληψία προκατάκριση διάκριση στερεότυπο μονομέρεια προαπόφαση αντιπάθεια καχυποψία επιφύλαξη φανατισμός αυθαιρεσία προδιάθεση ροπή
Αντώνυμα
αμεροληψία αντικειμενικότητα ουδετερότητα αντικειμενισμός ανοχή ανεκτικότητα ανοιχτομυαλιά δικαιοσύνη αξιολόγηση
Παραδείγματα χρήσης
- Η προκατάληψη κατά των μεταναστών δυσχεραίνει την κοινωνική ένταξη.
- Η προκατάληψη λόγω φύλου μειώνει τις επαγγελματικές ευκαιρίες για πολλές γυναίκες.
- Ο δικαστής πρέπει να αποφύγει κάθε προκατάληψη κατά τη διάρκεια της δίκης.
- Η προκατάληψη στη δειγματοληψία μπορεί να παραπλανήσει τα στατιστικά συμπεράσματα.
- Η προκατάληψη απέναντι σε νέες ιδέες τον εμπόδισε να δοκιμάσει καινούρια μέθοδο.