προαιρετικότητα
ουσιαστικόΗ κατάσταση ή ιδιότητα του να μην είναι υποχρεωτικό κάτι, παρέχοντας δυνατότητα επιλογής ή μη συμμετοχής χωρίς επιβολή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
υποχρεωτικότητα υποχρέωση αναγκαιότητα απαίτηση εξαναγκασμός αναγκαστικότητα αναγκασμός δέσμευση επιβολή
Παραδείγματα χρήσης
- Η προαιρετικότητα της συμμετοχής στην έρευνα διασφαλίζει ότι κανείς δεν θα πιεστεί.
- Στο πρόγραμμα σπουδών προβλέπεται προαιρετικότητα για κάποια μαθήματα, ώστε οι φοιτητές να επιλέξουν τομείς που τους ενδιαφέρουν.
- Η νέα ενημέρωση της εφαρμογής εισήγαγε προαιρετικότητα σε ορισμένες λειτουργίες, δίνοντας στους χρήστες μεγαλύτερο έλεγχο.
- Στη συζήτηση για την πολιτική υγείας, πολλοί υποστήριξαν ότι η προαιρετικότητα εμβολιασμών απαιτεί παράλληλα ενημέρωση και διαφάνεια.
- Η προαιρετικότητα στην εργασία εξ αποστάσεως επιτρέπει στους υπαλλήλους να διαχειρίζονται καλύτερα την ισορροπία εργασίας-ζωής.