πράμα
ουσιαστικό1. Αντικείμενο ή υλικό είδος γενικά, χωρίς συγκεκριμένη ονομασία ή λεπτομερή περιγραφή.
2. Θέμα, υπόθεση ή κατάσταση που αναφέρεται άτυπα και αόριστα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δώσε μου το πράμα που είναι πάνω στο τραπέζι.
- Το πράμα είναι σοβαρό, πρέπει να το συζητήσουμε.
- Δεν καταλαβαίνω τι πράμα εννοείς.
- Δεν αξίζει ούτε ένα πράμα.
- Τι πράμα γίνεται εδώ;