πουλώ
ρήμα1. Μεταβιβάζω σε άλλον την κυριότητα ή τη διάθεση ενός αγαθού ή δικαιώματος έναντι χρηματικού αντιτίμου.
2. Προσφέρω ή διαθέτω προς πώληση προϊόντα ή υπηρεσίες, βγάζω κάτι στην αγορά για οικονομικό όφελος.
Συνώνυμα
πουλάω πωλώ πωλέω εκποιώ διάθετω εμπορεύομαι εμπορεύω πραγματεύομαι μεταπωλώ ξεπουλώ ανταλλάσσω εκχωρώ διακινώ σπρώχνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο παζάρι πουλώ χειροποίητα κοσμήματα.
- Στο διαδίκτυο πουλώ παλιά βιβλία και ρούχα που δεν χρειάζομαι.
- Δεν πουλώ τους φίλους μου για λίγα χρήματα.
- Στη δουλειά πουλώ την ιδέα μου ως την καλύτερη λύση.
- Αυτή τη στιγμή πουλώ την επιχείρησή μου σε έναν επενδυτή.