πλουσιοπάροχος
επίθετοΠου προσφέρει ή διαθέτει κάτι σε μεγάλη αφθονία, με γενναιοδωρία ή σε πλούσιο βαθμό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο οικοδεσπότης ήταν πολύ πλουσιοπάροχος και μας πρόσφερε φαγητό και ποτά σε αφθονία.
- Έκαναν ένα πλουσιοπάροχο γεύμα για τους καλεσμένους τους.
- Η εταιρεία ανακοίνωσε πλουσιοπάροχες παροχές για τους εργαζομένους της.
- Ο γάμος ήταν πλουσιοπάροχος, με λαμπερή διακόσμηση και πολλά εδέσματα.