πλησιάζω
ρήμα1. Κινούμαι προς κάτι ή κάποιον ώστε η απόσταση ανάμεσά μας να μειωθεί.
2. Βρίσκομαι ή εξελίσσομαι σε χρονική εγγύτητα προς ένα γεγονός ή χρονικό σημείο, οπότε αυτό συμβαίνει σύντομα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
απομακρύνομαι φεύγω αποχωρώ αποφεύγω απέχω αποστρέφω υποχωρώ αποτραβιέμαι απομονώνομαι αποστασιοποιούμαι ξεκόβω αποξενώνω αποσυρόμαι αφίσταμαι ξεμακραίνω αποκλίνω αποστρέφομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί πλησιάζω στην παραλία για περπάτημα.
- Όταν πλησιάζω την προθεσμία, δουλεύω πιο γρήγορα.
- Φέτος πλησιάζω τα τριάντα.
- Μετά από εκείνη τη συζήτηση, πλησιάζω περισσότερο τη φίλη μου.
- Ακούγοντας τα νέα, πλησιάζω να κλάψω.