πλεονέκτημα
ουσιαστικόΚατάσταση, ιδιότητα ή στοιχείο που βελτιώνει τις πιθανότητες επιτυχίας, την αποτελεσματικότητα ή την αξία ενός προσώπου, αντικειμένου ή επιλογής σε σύγκριση με άλλες επιλογές, προσφέροντας πρακτικό όφελος ή ευνοϊκότερη θέση.
Συνώνυμα
προτέρημα προβάδισμα προνόμιο υπεροχή όφελος κέρδος πρωτοκαθεδρία περιθώριο ωφέλεια προσόν συμφέρον πλεονεκτικότητα άσος προτεραιότητα ανωτερότητα πρωτιά
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το πλεονέκτημα του προγράμματος είναι η ευκολία στη χρήση.
- Η εταιρεία απέκτησε πλεονέκτημα στον ανταγωνισμό χάρη στην καινοτομία.
- Στο σκάκι, ο λευκός είχε πλεονέκτημα στην ανάπτυξη των κομματιών.
- Τα νησιά έχουν γεωγραφικό πλεονέκτημα για την ανάπτυξη του τουρισμού.
- Οι μακροχρόνιοι πελάτες απολαμβάνουν πλεονεκτήματα στις ειδικές προσφορές.