πικραίνομαι
ρήμα1. Νιώθω εσωτερική λύπη ή στενοχώρια ως άμεση αντίδραση σε λόγια, πράξεις ή παραλείψεις που με πλήγωσαν.
2. Μετατρέπομαι σε κατάσταση παρατεταμένης πίκρας ή απογοήτευσης απέναντι σε κάποιον ή κάτι, με πιθανή επίπτωση στη διάθεση ή στις σχέσεις.
Συνώνυμα
λυπούμαι λυπώμαι στενοχωριέμαι θίγομαι προσβάλλομαι παρεξηγούμαι μυγιάζομαι πληγώνομαι ενοχλούμαι απογοητεύομαι θλίβομαι στεναχωριέμαι παρεξηγώ στενοχωρούμαι μελαγχολώ πενθώ πονάω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- πικραίνομαι όταν με αγνοούν οι φίλοι μου.
- πικραίνομαι που δεν μπόρεσα να τους βοηθήσω.
- πικραίνομαι όταν κάποιοι δεν κρατούν τις υποσχέσεις τους.
- πικραίνομαι για τα άδικα που βλέπω στην τηλεόραση.
- πικραίνομαι όταν μου θυμίζουν την παλιά αποτυχία.
- πικραίνομαι εύκολα από μικρές παρατηρήσεις.