πιθανολογικά
επίρρημα1. Με τρόπο που εκφράζει ή δηλώνει πιθανότητα ή εκτίμηση χωρίς βεβαιότητα.
2. Χρησιμοποιείται για να περιορίσει τη βεβαιότητα μιας δήλωσης, υποδεικνύοντας ότι το αναφερόμενο γεγονός θεωρείται πιθανό αλλά ανεπιβεβαίωτο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συναυλία πιθανολογικά θα αναβληθεί λόγω της κακοκαιρίας.
- Οι αρχές εκτιμούν ότι η φωτιά πιθανολογικά προκλήθηκε από βραχυκύκλωμα.
- Βάσει των πρώτων στοιχείων, η ασθένεια πιθανολογικά συσχετίζεται με έκθεση σε τοξικό παράγοντα.
- Ο Γιώργος πιθανολογικά δεν θα έρθει στο δείπνο λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων.
- Τα εισιτήρια πιθανολογικά θα εξαντληθούν μέσα σε λίγες ώρες.