πιάσιμο
ουσιαστικό1. Πόνος ή έντονη ακαμψία σε μυϊκή περιοχή που εμφανίζεται μετά από καταπόνηση, απότομη κίνηση ή κράμπα.
2. Η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πιάσιματος κάτι ή κάποιου, δηλαδή η διαδικασία σύλληψης ή συγκράτησης με το χέρι ή με μέσο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έχω πιάσιμο στον αυχένα από χθες.
- Το πιάσιμο της λαβής στο καινούριο εργαλείο είναι άνετο.
- Το πιάσιμο του κλέφτη από την αστυνομία έγινε γρήγορα.
- Το πιάσιμο του ψαριού στο αγκίστρι ήταν δυνατό και ξαφνικό.
- Το πιάσιμο της μελωδίας κάνει το κομμάτι αξέχαστο.