περίφημα

επίρρημα

Με τρόπο που εκφράζει ή συνοδεύει μεγάλη επιτυχία, αξιοσημείωτη απόδοση ή έντονη ικανοποίηση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Τα πήγε περίφημα στις εξετάσεις.
  • Η παράσταση ήταν περίφημα οργανωμένη.
  • Εκθέσαμε τα περίφημα έργα στο μουσείο.
  • Μιλούσαν μόνο για τα περίφημα κατορθώματά του.
  • Η συνάντηση κύλησε περίφημα και τελειώσαμε νωρίς.