αποτυχημένα
επίρρημαΜε τρόπο που δεν επιτυγχάνει τον επιδιωκόμενο σκοπό ή που καταλήγει σε αποτυχία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Προσπάθησε αποτυχημένα να ανοίξει την πόρτα.
- Τα σχέδια ήταν αποτυχημένα και χρειάστηκε να τα ξανασχεδιάσουμε.
- Εκτέλεσαν αποτυχημένα πειράματα στο εργαστήριο.
- Τα μέτρα απέβησαν αποτυχημένα.
- Τα πλάνα της εκδήλωσης αποδείχθηκαν αποτυχημένα.