πενθώ
ρήμα1. Νιώθω ή βιώνω έντονη λύπη και οδύνη εξαιτίας απώλειας, ιδίως του θανάτου ενός προσώπου.
2. Εκδηλώνω τη λύπη αυτή με λόγια, συμπεριφορές ή τελετουργίες, όπως τελετές ή σιωπή.
3. Διανύω περίοδο πένθους, τηρώντας έθιμα ή σημάδια σεμνότητας και αποχής.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πενθώ για τον πατέρα μου που πέθανε χθες.
- Πενθώ μαζί με όλη τη χώρα για τα θύματα της τραγωδίας.
- Πενθώ την απώλεια των παραδόσεων και της τοπικής γλώσσας.
- Πενθώ το τέλος της σχέσης μας και νιώθω πως χρειάζομαι χρόνο.
- Πενθώ τις χαμένες παιδικές μου στιγμές.