πείρα
ουσιαστικό1. Σύνολο γνώσεων, δεξιοτήτων και ικανοτήτων που αποκτώνται μέσω επαναλαμβανόμενης πρακτικής, παρατήρησης και αντιμετώπισης πραγματικών περιστατικών.
Συνώνυμα
εμπειρία βίωμα γνώση τεχνογνωσία εξειδίκευση δεξιότητα εμπειρογνωμοσύνη μάθηση πείραμα δοκιμή πειραματισμός δοκιμασία εμπειρικότητα σοφία τέχνη ικανότητα επιδεξιότητα ωριμότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έχει πολλή πείρα στη μηχανική.
- Από την πείρα μου, αυτός ο τρόπος αποδίδει καλύτερα.
- Δεν έχω καθόλου πείρα σ' αυτόν τον τομέα.
- Έκαναν μια πείρα στο εργαστήριο για να ελέγξουν την υπόθεση.
- Μην μου κάνεις πείρα, το βρίσκω προσβλητικό.