παρεξηγώ
ρήμα1. Ερμηνεύω λανθασμένα τα λόγια, τις πράξεις ή τις προθέσεις άλλου, αποδίδοντάς τους διαφορετική ή ανεπιθύμητη σημασία.
Συνώνυμα
παρερμηνεύω παρερμηνεύομαι παρεξηγούμαι προσβάλλομαι θίγομαι εκλαμβάνω διαστρεβλώνω διαστρεβλώνομαι μπερδεύομαι πικραίνομαι παρανοώ σκαλώνω συγχέομαι λανθάνομαι θυμώνω εκνευρίζομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Συχνά παρεξηγώ τα σχόλιά του και νομίζω ότι με επικρίνει, ενώ θέλει να βοηθήσει.
- Στη συνέντευξη παρεξηγώ κάποιες ερωτήσεις και απαντάω λάθος.
- Μερικές φορές παρεξηγώ μια απλή παρατήρηση ως προσωπική επίθεση.
- Σπάνια παρεξηγώ τους φίλους μου όταν με πειράζουν, γιατί ξέρω ότι το κάνουν για πλάκα.
- Όταν δεν έχω όλο το πλαίσιο, παρεξηγώ εύκολα το νόημα μιας συνομιλίας.