παραφωνία

ουσιαστικό

1. Η νότα ή ο ήχος που παρεκκλίνει από την αρμονική σειρά ενός μουσικού έργου και προκαλεί αίσθηση λάθους ή σύγκρουσης με το υπόλοιπο σύνολο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η παραφωνία στην ορχήστρα χάλασε την παράσταση.
  • Η σκληρή της κριτική ήταν μια παραφωνία στο φιλικό κλίμα της συζήτησης.
  • Η αισιόδοξη δήλωση φάνηκε σαν παραφωνία μέσα στη θλίψη της κοινότητας.
  • Το μοντέρνο άγαλμα ήταν παραφωνία στο παλιό αρχιτεκτονικό σύνολο.
  • Μια ελαφριά παραφωνία στο μικρόφωνο ακούστηκε στο τελικό ηχητικό αρχείο.