παρασύρω
ρήμα1. Μετακινούμαι ή σπρώχνω κάτι, ώστε να σύρεται ή να κινείται πίσω από μια δύναμη, συχνά χωρίς πλήρη έλεγχο.
2. Παρασύρω κάποιον ή κάτι σε μια κατάσταση, ενέργεια ή πορεία με αποτέλεσμα να ακολουθήσει χωρίς να το επιδιώκει πλήρως.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δυνατός άνεμος μπορεί να παρασύρει τα φύλλα στον δρόμο.
- Το ρεύμα τον παρέσυρε μακριά από την ακτή.
- Η παρέα με παρασύρει συχνά σε έξοδα που δεν χρειάζομαι.
- Η οργή τον παρέσυρε και είπε λόγια που μετά μετάνιωσε.
- Το αυτοκίνητο παρασύρθηκε πάνω στον πάγο και ακινητοποιήθηκε.