παραποιημένος
επίθετο1. Που έχει τροποποιηθεί με σκοπό ή ως αποτέλεσμα την ψευδή ή παραπλανητική παρουσίαση σε σχέση με το πρωτότυπο.
2. Που έχει νοθευτεί με πρόσμιξη ξένων ουσιών, μειώνοντας την ποιότητα ή την ακεραιότητα του προϊόντος.
Συνώνυμα
πλαστός πλαστογραφημένος παραχαραγμένος νοθευμένος αλλοιωμένος πειραγμένος ψεύτικος φτιαχτός στημένος χειραγωγημένος μαϊμού διαστρεβλωμένος μεταποιημένος κατασκευασμένος τεχνητός ψευδής μονταρισμένος ψευδεπίγραφος ανακριβής κίβδηλος επεξεργασμένος παραμορφωμένος απατηλός ελαττωματικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το έγγραφο ήταν παραποιημένο.
- Βρέθηκαν παραποιημένα τρόφιμα με πρόσμιξη ξένων ουσιών.
- Ο δικηγόρος ισχυρίστηκε ότι τα στοιχεία ήταν παραποιημένα.
- Οι μετρήσεις εμφανίζονται παραποιημένες λόγω σφάλματος στη μέθοδο.
- Η φωτογραφία φαινόταν παραποιημένη, με εμφανή σημάδια επεξεργασίας.