παραμύθι
ουσιαστικό1. Αφήγημα, συνήθως φανταστικό, προφορικό ή γραπτό, που παρουσιάζει ήρωες, γεγονότα και περιπέτειες και απευθύνεται κυρίως σε παιδιά, συχνά με εκπαιδευτικό ή ηθικό μήνυμα.
Συνώνυμα
ιστορία μύθος θρύλος αφήγημα παραμυθάκι ιστοριούλα μυθοπλασία ψέμα αφήγηση μπαρούφα κατασκεύασμα διήγημα μυθιστόρημα παραμυθούλα παραβολή απάτη ψευδολογία φαντασία φαντασίωση παραμυθολογία δικαιολογία μπούρδα αιτιολόγηση ασυναρτησία διήγηση ουτοπία αυταπάτη δικαιολόγηση παπαριά
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το παραμύθι της Χιονάτης είναι κλασικό.
- Κάθε βράδυ του διάβαζα ένα παραμύθι πριν κοιμηθεί.
- Δεν πίστεψα το παραμύθι που μου είπε για την καθυστέρηση.
- Η ζωή τους μετά τον γάμο έγινε σχεδόν ένα παραμύθι.
- Μην μου πουλάς παραμύθι — δεν είμαι παιδί.