παραισθήση
ουσιαστικό1. Αντιληπτική εμπειρία κατά την οποία ένα άτομο βιώνει εικόνες, ήχους, αισθήσεις ή εντυπώσεις ως πραγματικές παρά την απουσία αντίστοιχου εξωτερικού ερεθίσματος.
Συνώνυμα
παραίσθημα ψευδαίσθηση πλάνη αυταπάτη φαντασίωση φαντασία όραμα οφθαλμαπάτη παραλήρημα ψευδοόραμα ψευδοεικόνα εικασία μυθοπλασία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η παραισθήση τον έκανε να βλέπει φαντάσματα τη νύχτα.
- Μετά τη λήψη του φαρμάκου, παρουσίασε παροδική παραισθήση.
- Η παραισθήση ότι κάποιος τον παρακολουθούσε τον ανάγκασε να αλλάξει σπίτι.
- Στη θεραπεία συζητήσαμε την προέλευση της παραισθήσης και τα ερεθίσματα που την πυροδοτούν.
- Είχε την παραισθήση ότι άκουγε φωνές, αν και οι εξετάσεις ήταν φυσιολογικές.