παραγκωνίζω
ρήμα1. Απομακρύνω ή σπρώχνω κάποιον ή κάτι από την αρχική του θέση ή ρόλο, μειώνοντας την προβολή, την επιρροή ή τη συμμετοχή του.
2. Κάνω κάποιον να χάσει σημασία, ευκαιρίες ή θέση σε κοινωνικό ή επαγγελματικό πλαίσιο, αφήνοντάς τον στο περιθώριο.
Συνώνυμα
παραμερίζω περιθωριοποιώ αποκλείω υποσκελίζω εκτοπίζω επισκιάζω υποβαθμίζω εξορίζω αποβάλλω αδικώ απομονώνω αγνοώ παραμελώ εξαφανίζω αντικαθιστώ υποκαθιστώ παρακάμπτω κόβω σβήνω αμελώ σνομπάρω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο νέος διευθυντής προσπάθησε να παραγκωνίζει τους παλιούς συνεργάτες του από τις αποφάσεις.
- Μη με παραγκωνίζεις όταν μιλάω, γιατί θέλω να ακουστεί και η δική μου άποψη.
- Στο παιχνίδι, η ομάδα παραγκώνισε τον αντίπαλο και πήρε γρήγορα τον έλεγχο.
- Δεν θέλω να παραγκωνίζομαι στη δουλειά μόνο και μόνο επειδή είμαι η πιο νέα.
- Η επιτυχία του δεν πρέπει να παραγκωνίζει τη δουλειά των υπόλοιπων μελών της ομάδας.