πάθηση
ουσιαστικό1. Παθολογική κατάσταση του οργανισμού ή μέρους αυτού που χαρακτηρίζεται από ανώμαλη λειτουργία ή δομική αλλοίωση και προκαλεί συμπτώματα, περιορισμένη λειτουργικότητα ή επιπλοκές.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η πάθηση της καρδιάς απαιτεί τακτικό ιατρικό έλεγχο.
- Η χρόνια πάθηση τον ανάγκασε να αλλάξει τρόπο ζωής.
- Η ψυχική πάθηση χρειάζεται υποστήριξη τόσο από ειδικούς όσο και από την οικογένεια.
- Η πάθηση ήταν κληρονομική και εμφανίστηκε στην εφηβεία.
- Η εμμονή του με την τελειότητα θύμιζε πάθηση.