ουρλιάζω
ρήμα1. Εκπέμπω πολύ δυνατό, συχνά παρατεταμένο και διαπεραστικό ήχο με τη φωνή, ως ένδειξη πόνου, φόβου, θυμού ή έντονης συγκίνησης.
2. Για ζώα: Εκπέμπω μακρόσυρτο και διαπεραστικό ήχο που χρησιμεύει στην επικοινωνία, την αποτροπή ή την προειδοποίηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν χτυπάω το δάχτυλό μου, από τον πόνο ουρλιάζω.
- Όταν με αδικούν, ουρλιάζω από οργή.
- Στη συναυλία, όταν μπαίνει το αγαπημένο τραγούδι, ουρλιάζω από ενθουσιασμό.
- Μπροστά σε τρομακτικές σκηνές, χωρίς να μπορώ να αντιδράσω, ουρλιάζω.
- Κάποιες νύχτες στο μοναχικό σπίτι, από μοναξιά ουρλιάζω σαν να είμαι λύκος.