οριοθετώ
ρήμα1. Καθορίζω όρια σε χώρο ή περιοχή, χαράσσοντας ή σημειώνοντας τα όρια που τη διαχωρίζουν από άλλα τμήματα.
2. Θέτω όρια ή πλαίσια σε διαδικασίες, αρμοδιότητες, θέματα ή έννοιες, προσδιορίζοντας το πεδίο εφαρμογής, την ευθύνη ή την αναφορά.
Συνώνυμα
συνοριοθετώ ορίζω καθορίζω προσδιορίζω χαράζω χαράσσω περιορίζω διαχωρίζω απομονώνω ξεχωρίζω φρενάρω χαρακτηρίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στον κήπο οριοθετώ την άκρη με έναν χαμηλό φράχτη.
- Στο πολεοδομικό σχέδιο οριοθετώ τις ζώνες χρήσης γης.
- Στη σχέση μου οριοθετώ σαφώς τα προσωπικά μου όρια για να προστατεύω τον εαυτό μου.
- Στην εισαγωγή της εργασίας οριοθετώ το πεδίο και τα ερωτήματα της έρευνας.
- Σε συνεργασία με τους επιστήμονες οριοθετώ την προστατευόμενη περιοχή γύρω από τη λίμνη.