οπισθοχωρώ
ρήμα1. Κινούμαι προς τα πίσω ή απομακρύνομαι από μια θέση ή ένα σημείο με διαδοχικά βήματα ή κινήσεις.
2. Απομακρύνομαι οργανωμένα από μέτωπο, περιοχή ή θέση για λόγους τακτικής, ασφάλειας ή εξαναγκασμού, μειώνοντας την παρουσία ή τον έλεγχο σε έναν χώρο.
Συνώνυμα
υποχωρώ απομακρύνομαι αποσύρομαι αποχωρώ πισωγυρίζω πισωπατώ τραβιέμαι αποθαρρύνομαι αποτραβιέμαι αναχωρώ φεύγω λιποτακτώ λακίζω δειλιάζω αποφεύγω
Αντώνυμα
προχωρώ προελαύνω επιτίθεμαι αντεπιτίθεμαι οδεύω προχωράω εισβάλλω προωθούμαι διαβαίνω εξελίσσομαι μπουκάρω
Παραδείγματα χρήσης
- Οι στρατιώτες οπισθοχωρούν υπό την πίεση του εχθρού.
- Δεν οπισθοχωρώ από τις αρχές μου, ακόμα και αν υπάρξει αντίδραση.
- Οι παγετώνες οπισθοχωρούν λόγω της κλιματικής αλλαγής.
- Μετά τις έντονες διαμαρτυρίες, ο δήμαρχος οπισθοχώρησε και ανέστειλε το έργο.
- Ο οδηγός του σκάφους είδε το κύμα και οπισθοχώρησε σιγά-σιγά.