ολέθριος
επίθετο1. Που προκαλεί μεγάλη καταστροφή ή ζημία, οδηγώντας σε σοβαρή φθορά, απώλεια ή κατάρρευση.
2. Που έχει συνέπειες μοιραίες ή μη αναστρέψιμες για τη ζωή, την ασφάλεια ή την ευημερία.
Συνώνυμα
καταστροφικός καταστρεπτικός θανατηφόρος θανάσιμος φονικός μοιραίος αφανιστικός κατακλυσμικός εφιαλτικός βλαβερός ζημιογόνος τρομερός τραγικός θανατικός επικίνδυνος οδυνηρός φοβερός επώδυνος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο σεισμός προκάλεσε ολέθριες καταστροφές στην πόλη.
- Η απόφαση αποδείχτηκε ολέθρια για την καριέρα του.
- Έκανε ένα ολέθριο λάθος στη διάρκεια της επιχείρησης.
- Ο ολέθριος ιός εξαπλώθηκε γρήγορα και προκάλεσε πανικό.
- Η ολέθρια σιωπή της έκανε την κατάσταση χειρότερη.