οίκτος
ουσιαστικό1. Συναισθηματική αντίδραση λύπης και τρυφερότητας προς κάποιον που υποφέρει ή βρίσκεται σε δυσχερή θέση, που συχνά συνοδεύεται από επιθυμία να ανακουφιστεί ο πάσχων.
Συνώνυμα
έλεος οίκτιρμος ευσπλαχνία συμπόνια σπλαγχνισμός σπλαχνιά σπλαχνικότητα συμπάθεια συγκατάβαση επιείκεια ενσυναίσθηση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο οίκτος γέμισε την καρδιά της όταν είδε τα εγκαταλελειμμένα παιδιά.
- Ο οίκτος για τους αδύναμους τον ώθησε να προσφέρει βοήθεια.
- Τον κατέλαβε ο οίκτος μπροστά στην ανέχεια των ηλικιωμένων.
- Ο οίκτος πολλές φορές συνυπάρχει με τη λύπη.
- Ο οίκτος που τον κατέλαβε μπροστά στη φτώχεια τον έκανε να δακρύσει.