ξεπροβάλλω
ρήμα1. Γίνομαι ορατός ξαφνικά ή σταδιακά, όταν κάτι ή κάποιος εμφανίζεται από πίσω, από απόσταση ή από κρυψώνα.
2. Προβάλλω μερικώς ή διακριτικά, αφήνοντας να φανεί ένα τμήμα του αντικειμένου ή της μορφής.
Συνώνυμα
εμφανίζομαι βγαίνω ξεμυτίζω πετάγομαι ξεπετάγομαι ξεπηδάω αναδύομαι ξετρυπώνω σκάω φανερώνομαι φαινόμαι διαφαίνομαι προεξέχω ανατέλλω υψώνομαι παρουσιάζομαι φαίνομαι γεννιέμαι καταφτάνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Από την κορυφή του λόφου ξεπροβάλλει το παλιό μοναστήρι.
- Καθώς πλησιάζαμε, ένα μικρό ψαροκάικο ξεπρόβαλε μέσα από την ομίχλη.
- Κάθε φορά που διαβάζω το παλιό γράμμα, μια ανάμνηση ξεπροβάλλει δυνατά μέσα μου.
- Στη συζήτηση για το έργο ξεπροβάλλουν νέες ιδέες και διαφορετικές οπτικές.
- Μετά από χρόνια αμφιβολιών, η αυτοπεποίθηση ξεπρόβαλε απρόσμενα.